Αρχική Πόρος Ο «Καστανάνθρωπος» του Netflix γράφτηκε στον Πόρο

Ο «Καστανάνθρωπος» του Netflix γράφτηκε στον Πόρο


Ο Δανός δημιουργός της παγκόσμιας επιτυχίας έγραψε την ιστορία που έγινε τηλεοπτική σειρά, στο εξοχικό στον Πόρο όπου περνά τα καλοκαίρια με την Ελληνοδανέζα σύζυγό του – Σκοτεινά βιώματα με πρωταγωνιστές serial killers και μακάβρια κουκλάκια πίσω από τις εμπνεύσεις του βραβευμένου συγγραφέα.

Οσοι δεν έχουν προλάβει ακόμα να δουν τον άκρως δημοφιλή «Καστανάνθρωπο» στο Netflix ή δεν έχουν διαβάσει το μπεστ σέλερ βιβλίο στο οποίο βασίζεται η σειρά και πλέον κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα, σίγουρα θα έχουν απολαύσει το «The Killing», τη σειρά με τα άπειρα διεθνή βραβεία που έχει προβληθεί σε πάνω από 100 χώρες με μεγάλη επιτυχία. Ισως, όμως, να μην ξέρουν ότι συγγραφέας όλων αυτών είναι ο Δανός Σόρεν Σβάιστρουπ, βραβευμένος ήδη με Emmy και Bafta, ο οποίος έχει γράψει και το σενάριο για την κινηματογραφική μεταφορά της ταινίας «Ο Χιονάνθρωπος» του Τζο Νέσμπο και σήμερα απολαμβάνει την παγκόσμια επιτυχία.

Μόνο που μέρος της προσωπικής του ευτυχίας δεν είναι τόσο τα βραβεία όσο το εξοχικό του στον Πόρο, όπου περνάει ένα μεγάλο μέρος των διακοπών του -και όχι μόνο- μαζί με την Ελληνοδανέζα σύζυγό του. Εκεί, μάλιστα, έτυχε να γράψει και το μεγαλύτερο μέρος του «Καστανάνθρωπου» και αρκετά επεισόδια της σειράς «The Killing», βάζοντας στοίχημα να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού για το σκανδιναβικό μυθιστόρημα που παραμένει στην πρώτη γραμμή.

Το μυστικό της επιτυχίας

Η αλήθεια είναι ότι η στροφή του κόσμου στα λεγόμενα αστυνομικά του Βορρά, τόσο από πλευράς μυθιστορημάτων όσο και κινηματογραφικών μεταφορών, σημειώθηκε πολλά χρόνια πριν, ήδη από την εποχή που ο Τόμας Αλφρεντσον έκανε γνωστό το «Ασε το Κακό να μπει» και ο Στιγκ Λάρσον έγραφε την τριλογία του «Κοριτσιού με το τατουάζ», το οποίο ευτύχησε και στις διαφορετικές κινηματογραφικές του μεταφορές διευρύνοντας το ενδιαφέρον του κοινού για τα σκανδιναβικά μυθιστορήματα, τα οποία συνέχισαν να διατηρούν τη δημοτικότητά τους και χάρη στο φαινόμενο Τζο Νέσμπο.

Το υποβλητικό περιβάλλον, η έντονα μελαγχολική ατμόσφαιρα που ταίριαζε απόλυτα στα μυστηριώδη εγκλήματα, η αντίθεση ανάμεσα σε μια πετυχημένη κοινωνικά και πολιτικά κοινωνία και σε τέτοια αλλόκοτα ξεσπάσματα βίας, η φύση των αποτρόπαιων εγκλημάτων που είχαν πάντα παραπάνω δόσεις αγριότητας και αίματος, καθώς και η πάντα καλομελετημένη πλοκή των ιστοριών έφερε τα αστυνομικά του Βορρά στην πρώτη γραμμή.

«Ισως να έχει να κάνει με την προσωπικότητά μας ως Σκανδιναβών», παραδέχεται ο ίδιος ο συγγραφέας του «Καστανάνθρωπου», προσπαθώντας να εξηγήσει την επιτυχία του νορδικού νουάρ. «Είμαστε φιλόξενοι, πολιτισμένοι, αλλά δεν μπορείς να πεις ότι είμαστε ανοιχτοί και εξωστρεφείς όπως οι Ελληνες. Ακόμα και αν η υπερθέρμανση του πλανήτη καταφέρει να λιώσει το χιόνι στη Δανία και στη Σουηδία, θα εξακολουθήσουμε να έχουμε αυτή την παράδοση», ομολογεί με χιούμορ.

Ειδικά η σειρά «The Killing» είναι από αυτές που διεύρυναν ακόμα περισσότερο το παγκόσμιο ενδιαφέρον, αναγκάζοντας μάλιστα έναν τεράστιο κολοσσό όπως η Fox να μεταφέρει τη δράση από την Κοπεγχάγη στο Σιάτλ κάνοντας ταυτόχρονα τον Σβάιστρουπ διάσημο σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ο Δανός Σόρεν Σβάιστρουπ απολαμβάνει την παγκόσμια επιτυχία με τον «Καστανάνθρωπο», το μεγαλύτερο μέρος του οποίου έγραψε στο εξοχικό του στον Πόρο

Η αυξανόμενη ζήτηση που είχαν τα αστυνομικά σενάρια που έγραφε μαζί με μια οργανωμένη ομάδα τον έκαναν να δουλεύει ασταμάτητα και να αντλεί έμπνευση από τα πάντα: από τα σπαγγέτι γουέστερν, το περιβάλλον όπου μεγάλωσε, αλλά και τις προσωπικές του αναφορές, όπως το γεγονός ότι ανακάλυψε στην εύθραυστη εφηβική ηλικία ότι είναι υιοθετημένος. Η κρυφή οργή που σοβούσε μέσα του από το γεγονός ότι τον είχαν εγκαταλείψει τον έκανε να νιώθει λίγη από την κρυμμένη βία του εκάστοτε δολοφόνου των ιστοριών του – εξ ου και ότι κατάφερε με τέτοια πειστική επιτυχία να βάλει τον δολοφόνο και κατ’ επέκταση νοερά τον εαυτό του, όπως ομολόγησε και ο ίδιος σε συνέντευξή του, «στη θέση ενός παντοδύναμου Θεού με σαδομαζοχιστικές τάσεις».

Προσπαθούσε να γίνει ταυτόχρονα σαδιστής και μαζοχιστής προκειμένου να φτάσει στην πιο ακραία έκφραση των φόνων που περιγράφει στο 500 σελίδων βιβλίο του ο «Καστανάνθρωπος» – που στα ελληνικά μεταφράζει ένας επίσης συγγραφέας αστυνομικών, ο Βαγγέλης Γιαννίσης.

Στο επίκεντρο βρίσκονται και πάλι κάποιοι ανεξιχνίαστοι φόνοι ενός serial killer που έχει μανία να αφήνει δίπλα στα θύματά του ένα κουκλάκι, φτιαγμένο από σπίρτα και δύο κάστανα, ως τη μοναδική μακάβρια υπογραφή του.

Ο ίδιος ο Σβάιστρουπ μάλιστα λέει ότι εμπνεύστηκε την ιδέα όταν είδε τον γιο του να συναρμολογεί μαζί με τους φίλους του τέτοια κουκλάκι τραγουδώντας το σχετικό τραγουδάκι («Ελα μέσα, Καστανάνθρωπε/ Ελα μέσα, Καστανάνθρωπε»), που του φάνηκε αρκετά τρομακτικό, καθώς αυτά τα κουκλάκια φαίνονταν κάπως απειλητικά, σαν μικρά σκιάχτρα, και θα μπορούσαν κάλλιστα να συνιστούν το σήμα κατατεθέν ενός κακοποιού.

Η πραγματική αυτή εμπειρία μεταλλάχθηκε σε πρώτης τάξης αφορμή για να γράψει τον «Καστανάνθρωπο» που μεταφέρθηκε με επιτυχία σε σειρά και αγοράστηκε αμέσως από το Netflix σημειώνοντας έτσι παγκόσμια επιτυχία.

Η ιστορία ξεκινάει με την αναδρομή σε ένα παλιό γεγονός και συνεχίζει στο παρόν με τα κεντρικά πρόσωπα της δράσης, τη φιλόδοξη, επίμονη και αποφασιστική αστυνομικό Τουλίν Νάια, η οποία έχει βάλει σκοπό να μεταφερθεί από το Τμήμα Μείζονων Εγκλημάτων στην προβεβλημένη υπηρεσία NC3, και τον Ες, έναν αξιωματικό-σύνδεσμο που πλέον έχει πέσει σε δυσμένεια δουλεύοντας στα κεντρικά της Europol στη Χάγη και, όπως παραδέχεται ο συγγραφέας, έχει πολλά δικά του κομμάτια. «Μετά από μια προσωπική ψυχολογική κατάρρευση κατάλαβα τι σημαίνει να βαλτώνεις σε μια κατάσταση από την οποία δεν μπορείς να βγεις εύκολα, κάτι που νιώθει σε μεγάλο βαθμό και ο Ες», λέει ο Σβάιστρουπ.

Τα κατά συρροήν εγκλήματα αναγκάζουν τη Νάια να επιστρατεύσει όλες τις δυνάμεις της και τον Ες να μεταβεί εν μια νυκτί στην Κοπεγχάγη. Εκείνη φαίνεται να δίνει μάχες να μεγαλώσει μόνη το παιδί της και να ανελιχθεί επαγγελματικά και εκείνος να συμβιβαστεί με μια αδιέξοδη και δύσκολη πραγματικότητα. Διαφορετικοί χαρακτήρες και οι δύο, δείχνουν να έχουν αρχικά πρόβλημα στο να συνεργαστούν αρμονικά, αλλά αναγκάζονται από το γεγονός ότι η μία δολοφονία διαδέχεται την άλλη.

Το αποτύπωμα της μικρής Κριστίνε Χάρτουνγκ, κόρης της υπουργού Κοινωνικών Υποθέσεων, η οποία είχε πέσει θύμα απαγωγής και δολοφονίας πριν από έναν χρόνο, απασχολεί και πάλι τους δύο αστυνομικούς, παρότι ο απαγωγέας της μικρής είχε συλληφθεί και ομολογήσει το έγκλημα. Και αυτό γιατί η δολοφονία της Λάουρα Κερ με τσεκούρι φέρνει στο φως διάφορες συμπτώσεις που αναγκάζουν τους αστυνομικούς να επανεξετάσουν όχι μόνο την υπόθεση της απαγωγής, αλλά και διάφορα παράξενα εγκλήματα που διαπράχθηκαν με τον ίδιο τρόπο.

Ο Δανός δημιουργός της παγκόσμιας επιτυχίας έγραψε την ιστορία που έγινε τηλεοπτική σειρά, στο εξοχικό όπου περνά τα καλοκαίρια με την Ελληνοδανέζα σύζυγό του – Σκοτεινά βιώματα με πρωταγωνιστές serial killers και μακάβρια κουκλάκια πίσω από τις εμπνεύσεις του βραβευμένου συγγραφέα

Αλλωστε τα εγκλήματα δεν σταματούν και ένα από αυτά θα οδηγήσει τον Ες και την Τουλίν στο δάσος σε μία ακόμα συναρπαστική σκηνή από το βιβλίο, χαρακτηριστική της υποβλητικής ατμόσφαιρας και της δράσης: «Το φως της Τουλίν χορεύει ανάμεσα στα μουσκεμένα δέντρα, πέφτει πάνω σε κορμούς και κλαδιά, καθώς φωνάζει την Ανν στο σκοτάδι.

Μπροστά και στ’ αριστερά της ακούει τον Ες να κάνει το ίδιο και βλέπει τη δέσμη του φακού του να κινείται μανιωδώς. Τρέχουν εδώ και ώρα, έχοντας διανύσει αρκετά χιλιόμετρα, και η Τουλίν ετοιμάζεται να φωνάξει άλλη μια φορά, όταν νιώθει έναν διαπεραστικό πόνο στο πόδι της. Εχει σκοντάψει σε μια ρίζα και βρίσκεται φαρδιά πλατιά στο έδαφος.

Το σκοτάδι την τυλίγει, καθώς ο φακός έχει φύγει από τα χέρια της και έχει σβήσει. Γονατίζει και ανασκαλεύει τα υγρά φύλλα, ψάχνοντας τον χώρο γύρω της. Ξαφνικά βλέπει τη μορφή που παγώνει. Είναι εντελώς ακίνητη και την παρατηρεί από την άλλη πλευρά του ξέφωτου, είκοσι μέτρα μακριά. Μόλις που διακρίνεται στο σκοτάδι. “Ες!” Η κραυγή της αντηχεί στο δάσος. Βγάζει το όπλο της από τη θήκη, ενώ ο Ες τρέχει προς το μέρος της, φωτίζοντάς τη με τον φακό του. Μόλις τη φτάνει, εκείνη σημαδεύει τη μορφή κι εκείνος, λαχανιασμένος, στρέφει τη δέσμη του φακού του προς την ίδια κατεύθυνση.

Η Ανν Σέγερ-Λάσεν κρέμεται από ένα δέντρο. Δυο κλαδιά προεξέχουν κάτω από τις μασχάλες της, συγκρατώντας το μωλωπισμένο κορμί της. Τα γυμνά πόδια της αιωρούνται πάνω από το έδαφος και το κεφάλι της είναι γερμένο μπροστά, με αποτέλεσμα τα μακριά, ανακατεμένα μαλλιά της να καλύπτουν το πρόσωπό της.

Η Τουλίν πλησιάζει και συνειδητοποιεί τι την είχε παραξενέψει: τα χέρια της Ανν Σέγερ-Λάσεν είναι κοντά: και τα δύο κομμένα στους καρπούς. Και τότε, τον βλέπει. Τον μικρό καστανάνθρωπο που βγαίνει από τη σάρκα στον αριστερό ώμο της γυναίκας. Η Τουλίν έχει την εντύπωση πως της χαμογελάει».

Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο που δείχνει όχι μόνο την ικανότητα του συγγραφέα να στήνει παραστατικό περιβάλλον, αλλά και τη βιαιότητα που κρύβουν τέτοια αποτρόπαια εγκλήματα σε αντίστιξη με το ιδανικό περιβάλλον που τα καλύπτει, όπως είναι αυτό της δανέζικης υπαίθρου.

Η ιδέα του Καστανάνθρωπου ήρθε από μία πραγματική εμπειρία του συγγραφέα για να αποτυπωθεί σε βιβλίο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε με επιτυχία σε σειρά, η οποία αγοράστηκε αμέσως από το Netflix, σημειώνοντας έτσι παγκόσμια επιτυχία

Το ησυχαστήριο

Για τον ίδιο τον συγγραφέα βέβαια το βασικό του καταφύγιο δεν είναι τόσο η Κοπεγχάγη, η πόλη όπου μένει μόνιμα, ούτε το νησάκι λίγο έξω από τη δανέζικη πρωτεύουσα, απ’ όπου και κατάγεται, αλλά το εξοχικό του στον Πόρο, ένα μέρος στο οποίο επιστρέφει ξανά και ξανά μαζί με την Ελληνοδανέζα δημοσιογράφο σύζυγό του, και όπου εμπνέεται διάφορα κεφάλαια και ηρεμεί.

Δεν θεωρεί τυχαίο ότι μεγάλο μέρος από τον «Καστανάνθρωπο» γράφτηκε εκεί και μάλιστα ύστερα από μια ταραχώδη για τον ίδιο περίοδο εξαιτίας της κατάρρευσης, η οποία τον εξανάγκασε σε απομόνωση για πάνω από έξι μήνες: «Αυτή η περίοδος της κατάρρευσης άλλαξε τη ζωή μου», λέει με απόλυτα εξομολογητική διάθεση.

«Δεν είχα ποτέ βιώσει κάτι αντίστοιχο, γιατί πάντα έλεγα στον εαυτό μου ότι είμαι δυνατός και ότι μπορώ να χειριστώ τα πάντα. Αλλά αυτό που μου έμαθε αυτή η περίοδος είναι ότι τα βραβεία δεν καλύπτουν τα τραύματα που μπορεί να έχει κάποιος στην καρδιά. Δεν τα γιατρεύουν οι τελετές των βραβεύσεων. Αυτό που μετράει είναι η ανάγκη για αγάπη και για πραγματικές ανθρώπινες σχέσεις. Μπορεί να ακούγεται κλισέ, αλλά είναι απολύτως αλήθεια».

Με τον ίδιο τρόπο ο Σβάιστρουπ μιλάει για τα άλλα πολύ πιο σοβαρά τραύματά του, όπως το ότι στα δεκατρία του έμαθε ότι ήταν υιοθετημένος και ότι στα 21 βίωσε ό,τι πιο τραυματικό μπορεί να βιώσει ένα παιδί, μια εμπειρία που την ενσωμάτωσε στο «The Killing», όταν η μεγαλύτερη αδελφή της οικογένειας βρέθηκε να ανακοινώνει στα μικρότερα μέλη ότι η μητέρα τους δεν θα γυρίσει ποτέ πίσω.

Το ίδιο είχε αναγκαστεί να κάνει και ο ίδιος όταν έμαθε ότι η μητέρα του είχε επιχειρήσει «με επιτυχία» την τρίτη της απόπειρα. Είχε προσπαθήσει άλλες δύο φορές να αυτοκτονήσει παλεύοντας διαρκώς με τη μανιοκατάθλιψη, αλλά είχε γλιτώσει την τελευταία στιγμή. Μια ζωή όμως πάλευε με την αρρώστια σε ένα περιβάλλον ήδη πολύ επιβαρυμένο και λόγω του δύσκολου χαρακτήρα του θετού πατέρα του, ο οποίος έβρισκε καταφύγιο στο ποτό και την εσωστρέφεια.

Ο Σβάιστρουπ βέβαια λέει ότι τους έχει τελικά συγχωρέσει και παρότι του έχει μείνει ανοιχτό το τραύμα της επιβεβαίωσης, προσπαθεί όλη αυτή τη ματαιότητα να τη μετατρέπει, όσο μπορεί, σε δημιουργική πράξη. Και η αλήθεια είναι ότι για ψυχικά τραυματισμένο παιδί δεν τα κατάφερε και άσχημα: σπούδασε Ιστορία και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης και συγγραφή σεναρίου στην Εθνική Σχολή Κινηματογράφου της Δανίας προτού καν αντιληφθεί ότι μπορεί να διαπρέψει ως σεναριογράφος.

Πλέον θεωρείται ένας από τους πιο προβεβλημένους συγγραφείς σεναρίου όχι μόνο της Δανίας, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, ο οποίος μπορεί πλέον μετά τις περιπέτειές του να απολαμβάνει την επιτυχία δίπλα στη θάλασσα, τρώγοντας τα αγαπημένα του ελληνικά θαλασσινά και πίνοντας κρασί κάτω από τον ήλιο. Καθόλου άσχημα για έναν συγγραφέα που έχει συνηθίσει σε παγωμένα, κρυμμένα από το φως περιβάλλοντα.